Image by khoogheem via FlickrΘα σας πω μια ιστορία...
Ήταν κάποτε ένα παιδί, ο Φ.
Λίγα χρόνια μεγαλύτερος μου, γιγαντόσωμος, κάπου 1,90 θα ήταν και σίγουρα καμιά 130ρα κιλά. Άκουγε κυρίως Heavy Metal, το έπαιζε ροκ φιλοσοφία και έτσι. Μέσα σε τσαμπουκάδες από τους πρώτους, για το τίποτα πολλές φορές, από αυτούς που γίνονται σε μικρές επαρχιακές πόλεις σαν αυτή που μεγάλωσα, στη ντισκοτέκ ή αλλού. Για μαλακισμένος λόγο, ως συνήθως. Εκμεταλλευόμενος το τεράστιο κορμί του καθάριζε και για άλλους, που θεωρούσε φίλους.
Κατά βάθος δεν νομίζω ότι ήταν κακό παιδί, απλά αυτή ήταν η διέξοδος του για να είναι αποδεκτός και «χρήσιμος» στους φίλους του.
Δεν είχα ακούσει ποτέ να την «πέφτει» σε κανένα για το τίποτα. Και μάλλον ποτέ δεν ξεκίναγε εκείνος τον καυγά, πάντα για τους άλλους έπεφτε μέσα στη «μάχη».
Είχα πάρει χαμπάρι, παρότι πιτσιρικάς ότι κάπνιζε και «μαύρο».
Μια μέρα, στη μικρή μας επαρχιακή πόλη, ήρθε να μιλήσει ένας από ένα υπουργείο, σε μια εκδήλωση στο πολιτιστικό μας κέντρο. Θα μας μίλαγε και για τα ναρκωτικά.
Όλως τυχαίως (?) το προηγούμενο βράδυ είχαν πιάσει τον Φ. μαζί με άλλον ένα φίλο του, να ποτίζει μια φυτεία με δενδρύλλια. Έκανε αναφορά στο συμβάν και ο εκπρόσωπος του υπουργείου, στην ομιλία του.
Στη μικρή μας επαρχιακή πόλη, ξέραμε ότι ο Φ. με τον άλλον, απλώς έκαναν την «λάντζα». Δεν ήταν αυτοί τα αφεντικά. Οι γλώσσες έλεγαν ότι το κουμάντο το έκανε ένα «αξιοσέβαστο» πρόσωπο της μικρής μας κοινωνίας. Από αυτά που έβλεπα γύρω μου μεγαλώνοντας (όταν έγινε το συμβάν ήμουν στο Λύκειο), μάλλον δεν είχαν άδικο οι γλώσσες.
Τους έβαλαν και τους δύο φυλακή. Αν δεν έχασα το χρόνο, βγήκαν στα δυο χρόνια.
Είδα κάποια στιγμή τον Φ. και τρόμαξα να τον γνωρίσω. Είχε «λιώσει», είχε μείνει βαριά βαριά καμιά 80ρια κιλά. Εννοείται, ότι όλοι οι «φίλοι» τον απέφευγαν. Γύριζε στα μπαράκια και τα κλαμπάκια, αυτός μαζί με το δεύτερο παιδί. Μόνοι τους, πλέον. Όσοι μέχρι τότε τον είχαν από κοντά, για να έχουν την προστασία της φυσικής του παρουσίας, τον είχαν κάνει πέρα.
Εγώ έτσι και αλλιώς δεν έκανα και πριν παρέα μαζί του, αλλά όποτε ερχόταν κοντά για καμιά κουβέντα (πλέον δούλευα σε ένα από τα μπαράκια) δεν τον απέφευγα. Από αυτές τις σύντομες κουβέντες, κατάλαβα ότι ο Φ. πλέον είχε αρχίσει να μην στέκει και πολύ καλά. Δεν είχε σαλτάρει τελείως, αλλά ζούσε σε ένα δικό του, διαφορετικό και αγριεμένο κόσμο. Είχε χάσει τους όποιους τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς είχε, ήταν σαν ένα αγρίμι. Όλοι, ακόμα και εγώ, φοβόντουσαν ένα πιθανό άγριο ξέσπασμα του. Οι άλλοι είχαν επιλέξει την απομόνωση του. Εγώ μίλαγα μαζί του.
Έμαθα ότι στη φυλακή είχε μπλέξει και με άλλα ναρκωτικά, πέρα από τη φούντα. Έτσι εξήγησα και το λιώσιμο του κορμιού του.
Κάποια στιγμή χάθηκε από τη μικρή μας πόλη.
..................................................................................
Κάποια χρόνια μετά, τον πέτυχα στην Ομόνοια. Να περιφέρεται μαζί με άλλα πρεζάκια. Με γνώρισε, μιλήσαμε, μου μίλησε πολύ άνετα και περήφανα, ότι δουλεύει κάπου στην Αθήνα, ότι είναι καλά, να τα πούμε κάποια φορά και άλλα. Αυτό έτυχε 2-3 φορές, πάντα στην Ομόνοια.
Μια μέρα, άκουσα στις ειδήσεις ότι τον βρήκαν νεκρό από υπερβολική δόση σε μια γωνία της Γ’Σεπτεμβρίου.
..............................................................................................
Κάποια μέρα, χρόνια μετά, πίνουμε καφέ στα Εξάρχεια, με ένα ζευγάρι, όπου η κοπέλα είναι από τη μικρή μας πόλη. Πάνω στην κουβέντα μου αναφέρουν ένα περιστατικό που είχε πάει στον κάδο ανακύκλωσης της μνήμης μου. Ο Φ. την περίοδο μετά τη φυλακή, ακολουθούσε την κοπέλα, όταν γύριζε από το φροντιστήριο ή το σχολείο σπίτι της και αυτή είχε τρομοκρατηθεί. Μου το είχε αναφέρει, λέει, βλέποντας τον μια φορά στο μπαράκι που δούλευα και της είχα πει ότι θα το χειριστώ. Μετά από αυτό, σταμάτησε να την παρακολουθεί. Του είχα μιλήσει, του είχα εξηγήσει ότι η κοπέλα φοβάται, ότι είναι καλό κορίτσι και δεν είναι για γκομενιλίκια και τέτοια και αυτός απλώς σταμάτησε να την ενοχλεί –με την παρουσία του, δεν είχε κάνει ποτέ κίνηση εναντίον της μέχρι τότε. Έτσι απλά. Επειδή του μίλησα.
....................................................................................................................
Όλα αυτά, μου ήρθαν στο μυαλό, όταν την περασμένη Πέμπτη, άκουγα στο ραδιόφωνο, στο Κόκκινο, έναν κύριο από το υπουργείο «δικαιοσύνης» με αφορμή την κινητοποίηση στις φυλακές.
Μέσα στα άλλα, είπε στους δημοσιογράφους που των ρωτούσαν, σημειώνοντας ότι οι μισοί περίπου κρατούμενοι είναι για αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά, μέσες άκρες «και τι θέλετε, αυτοί που πουλάνε ναρκωτικά να μην μπαίνουν φυλακή?». Στην παρατήρηση του δημοσιογράφου (ο Διονέλλης νομίζω ότι ήταν) ότι υπάρχουν και τα βαποράκια, που πρέπει να αντιμετωπίζονται αλλιώς και όχι σαν έμποροι, ο εν λόγω κύριος είπε ότι «ο διαχωρισμός είναι χρήστες - έμποροι». Με 5000 «εμπόρους» στη φυλακή, απορώ που ακόμα κυκλοφορούν ναρκωτικά στην πιάτσα. Επίσης, πρέπει να έχουμε περισσότερους εμπόρους από την Κολομβία!
Είπε ακόμα, ότι «το να μπαίνει ο χρήστης στη φυλακή είναι καλό γιατί τον αποκόπτει από τις κακές επιρροές και τα κυκλώματα των ναρκωτικών» (δε φαντάζομαι να θέλετε και να το σχολιάσω!).
Συγχαρητήρια, κύριοι! Το κατέχετε το αντικείμενο.
Αυτά τα μυαλά κουβαλάνε αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τη Δικαιοσύνη.
.................................................................................................................
Ο Φ., για εμπορία μπήκε μέσα. Φούντας. Και το μεγάλο κεφάλι της περιοχής –που οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι «έσπρωχνε» και «σκληρά» και ότι η όλη ιστορία με τον Φ. και το άλλο παιδί ήταν «δόλωμα» -τον έδωσαν για να δείξει η αστυνομία ότι κάτι κάνει- δεν το ακούμπησαν ποτέ.
Και εκεί, στη φυλακή, γνώρισε και τα σκληρά. Και έλιωσε το κορμί του. Και τον έκανε πέρα η κοινωνία. Και κατέληξε στη γωνία της Γ’ Σεπτεμβρίου.
Αρκούσε ίσως, μόνο να τον έχει αγκαλιάσει κάποιος και να του έχει μιλήσει.
Και σίγουρα η λύση δεν ήταν η φυλακή. Αυτό μάλλον ήταν το πρόβλημα.
(η φωτογραφία δείχνει τη φυλακή της Λισσαβόνας)